Top Definition
A sudden irrepressible urge to lick pussy. Cf. munchies, cunt cheese.
I bit into the sardine sandwich and suddenly was overcome by the cuntchies.
από octopod 25 Νοέμβριος 2003
1 more definition
An overweening and uncontrollable urge to eat pussy; nostalgia for That Old Fish Smell. Compare cunt cheese.
I was watching Diane Sawyer and came down with a bad case of the cuntchies.
από octopod 25 Νοέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×