Top Definition
Curnk is a variation on crunk. Crunk meaning crazy-drunk.
The poor spelling is to highlight the effects of being crazy and drunk on simple things such as spelling and typing.
Oh man, I was so curnk last night that I couldn't even unlock my door.
από BooyaMF 13 Μάιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×