Top Definition
Having sex with someone. Intercourse.
Me and Neka was cuttin all day.
από Neam 19 Μάρτιος 2006
bangin, boinkin, doin the nasty, freakin, gettin it on, lacin it, screwin. HAVING SEX!
Dat whore over derr wanna kno if we cuttin!
από kinkyC 10 Νοέμβριος 2002
When somebody is sittin up actn a foo.
My baby's daddy was sittn up in walmart cuttin up when I turned and pimped slapped the foo.
από Obaky 18 Νοέμβριος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×