-to act contrary.
-a term usually used to describe children's behaviors in the country or rural districts of the US.
Uncle: What were you doing out yonder in dem woodz?

Kid: Nuttin'

Uncle: You was out there cuttin' the fool, huh?

<Spanking commences>
από truculence 10 Νοέμβριος 2007
To win a cuttin' heads duel against a vastly inferior opponent.
Against anyone, Clapton would be cuttin' the fool.
από clapton 15 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×