Top Definition
dé·ga·gé dày gaa zháy
adjective (formal)

1. relaxed: casual and relaxed

2. not involved: detached and without emotional involvement

Late 17th century. < French, "disengaged"
He had a dégagé personality.
από fos23 25 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.