a shortened version of the word dickwod, can be pronounced d-wod or dwod.

1. a dick of a person, annoying.
2. a piece of material used for collecting ejaculate.
1. piss off d-wod.
2. check my d-wod its totz full to the maximum.
από sharpwn 21 Ιούλιος 2009

5 Words Related to d-wod

One who exhibits abnormal unpleasantness, often stupid and self obsessed.
Man, that pre-cal teacher is such a dwod
από Czar117 25 Σεπτέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×