to relax or chill on something or to dabble in an art form.
im just daddlin.

yo lets daddle on a bluntskeezer.
από schudacris 14 Μάιος 2009
To toddle; to walk unsteadily, like a child or an old man; hence, to do anything slowly or feebly.
he likes to daddle on the sidewalk
από Anakamon2 29 Ιούλιος 2011
(Noun) Name for the female genital zone.
As in "That chick diddled her daddle."
Or, "Mary likes to diddle with her daddle all the diddle-long day"
από DMS 14 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×