Top Definition
Nihongo. 1990’s.
1: no problem. No worries.
<i> OH MY GOD-- THE HOUSE IS BURNING, THE CHILDREN ARE SLEEPING, THE INSURANCE ISN'T PAID...</I>

"Daijobu," said the fireman.
από Nco 17 Νοέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×