Top Definition
An expression of dismay and anger, equivalent to damn emphasized by the Québécois swear word criss. May only be used as an interjection, as opposed to most swear words, which can be part of a sentence.
Damcriss! I forgot my keys.
από vokidas 25 Ιούλιος 2009
5 Words related to damcriss

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×