Top Definition
1. The art of skanking near wind turbines.

2. Pulling the parachute cord at the moment of ejaculation.
He skanked a couple of times but somehow that wasn't enough for Gareht. He decided to go for a danger skank instead.
από Maximator 26 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×