Top Definition
(adj/n)- to refer to someone or something being dumb; to be clinically retarded; an act or invisionment of dumbness
(n) You are a dankwad.
(adj) You are the most dankwadest person in the world.

Synonyms-retarded, clinically disabled, dumb, stupid
από GuitarFreak 12 Ιανουάριος 2004
1 Word related to dankwad

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.