Top Definition
a dirty asshole;
sometimes used to mean douche in a conspicuous way
Mr. A is such a fucking dashole.
από gonffen 11 Δεκέμβριος 2006
5 Words related to dashole

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.