Top Definition
Dastrobolical: (adj) brilliantly dark, evil. ingenious, similar to diabolical but of a higher evil.
The dastrobolical scientist gleamed at his finished creation.
από tryhonesty 6 Νοέμβριος 2006
6 Words related to dastrobolical

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×