Top Definition
To procrastinate to the point of never getting anything done.
Doug "dawdled (verb)" through the paperwork process, so that in the end, someone else had to pick up his slack.
#procrastinated #dawdle #daudle #mess-around #delay
από Special Al 15 Απρίλιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×