Top Definition
The act of stocking up on acid stamps and wandering around in the woods or park until you run out.
Dude, the day trip yesterday was probably my favorite. Totally found my spirit animal. We should go day tripping /every/ day.
από therainsmelody 7 Αύγουστος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×