Top Definition
v. dee-fat-uhn 1. The act of removing fat from someone or an animal alive or dead. 2. A person metabolizing stored fat from exercise, a leaner diet or other methods. 3. lightening a heavy load
"My friend complained his thighs were too chubby and needed to de-fatten."

"De-fatten the chicken by cutting the skin off."
από Nordoslav 5 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.