Top Definition
the act of losing when well ahead in a race.
big brown and hillary clinton both chose to declintonate towards the end of both their important races.
από em bee kay 18 Ιούνιος 2008
6 Words related to declintonate

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×