Top Definition
Sexual act involving the insertion of one hand in the anus and one in the vagina.
Gavin's favourite sexual act with prostitutes was deep greek.
από Zach00123 24 Νοέμβριος 2008
5 Words related to deep greek

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×