Top Definition
To take a shit or crap.
I deficated on my neighbor's front porch.
από Fetus Humper 3 Οκτώβριος 2005
Yet another mis-spelling of an English word by an under educated public. Of course, the word they're struggling for is 'Defecate'.

I deficate (sic) on your poor use of the language!
από teaurn 1 Ιούνιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.