Top Definition
1. Being born with a severe birth defect, such as no arms or a mental retardation.
2. Not normal, strange.
1. Mr. and Mrs. Jack were so disappionted when they heard that their daughter Carol was deformed.
2. Dude, that band's music is so deformed!
από Anonymous 7 Ιούλιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×