Top Definition
A gross, dirty, disgusting, unclean, or possibly diseased female genitalia; can also be used as a derogatory term
I was at this party last night, and I hooked up with this random girl, luckily I realized she had a delah before I went too far; She makes me so mad, especially when she acts like a delah.
από WaterBottle67 10 Ιούνιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×