Top Definition
To both deny and annihilate something at the same time.
"Mark totally denihilated Kevin's chances with that 18 year old skank at the bar by bringing up his full blown shingles up his asshole"
#deny #annihilate #destroy #circumvent #control
από Spin Master J 21 Σεπτέμβριος 2012
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×