Top Definition
When one ceases to make sense and becomes incomprehensible. Verb - to derenze
"We went for a walk in the park and noticed a tree falling out the apple"
#whoa, you seriously derenzed there#
από Nozzle and the Nat-man 5 Νοέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.