Top Definition
A sexual act of pleasure; to cut open the chest of another male and make love to the vital organs.
He was afraid to go to the beach all summer, afraid that everyone would see the scar from his horrible derfjack.
από Derf Monster 10 Ιούλιος 2008
5 Words related to derfjack

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.