Top Definition
From Spanish, normally used in Dominican Republic. name of someone who does what he wants when he wants. or someone who does not do what others say. a rebel.
enghe yelled at me and escaped the house, he is a desacatao..
esp él me gritó y escapó de la casa, él es un desacatao.
από Madie_v93 21 Μάιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×