Top Definition
Furiously masturbating in a desperate attempt for personal gratification, where none can be found elsewhere.
"I was so stressed over my physics coursework that I locked myself in my room for over six hours of desperbation. Now I hurt."
από ironblueintention 23 Μάρτιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×