Top Definition
Verb: To rid an area of assholes.
"Dude, it is definitely time to desphinctify this party."
"I can't wait till January 09 when they desphinctify the White House."
"This would be a great class if the professor could manage to desphinctify it."
από Snows 3 Ιούνιος 2008
5 Words related to desphinctify

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.