The act of feverishly tidying up the squalor you normally live in, in preparation for a 'person of interest' visiting you, in an effort to avoid being disqualified from potential romance on the grounds you are a slob.
It took me four hours to desqualorfy my place before that hot chick showed up.
από marmotte 28 Απρίλιος 2007

5 Words Related to desqualorfy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×