Top Definition
1. The state of being totally owned, as in a sport or video game.

2. Destroyed

3. Impacted heavily in terms of emotion or mental state.
1. Ohhh, you got devastated!

2. "Ohhh, NYC got devastated!" -Osama Bin Laden

3. Susy was devastated when I murdered her cat with a chainsaw.
από Eric 2 Δεκέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×