Top Definition
a person who make something new from existing knowledge. i.g evoke, create, induce something that is new.
Sample of pictures, which gives a completely new meaning that person i a developist namned Lars Hedenstrom, Orebro, Sweden..
από developist 7 Νοέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×