Top Definition
Combination of deflower and wallflower. A shy person becoming socially active.
I didn't know anyone at the party. I was a wallflower for the first couple hours until this attractive girl came over and asked me to dance. She dewallflowered me.
από Ezra Alexander 26 Φεβρουάριος 2007
5 Words related to dewallflower

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.