Top Definition
A diddicai is a cross between a cacker and a gypsy. Occassionally, diddicais can be found as tinker/gypsy offspring. This term is from the New Forest dialect and is very derogatory.
"See that bloke? You can tell - he's a diddicai."

"You look just like a diddicai."
από I Love Tarquin 26 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.