Top Definition
1. to confer honor or dignity upon; honor; ennoble.
2. to give a high-sounding title or name to; confer unmerited distinction upon
pronounced dig-nuh-fahy
Verb (used with object)
"I shall not dignify this insensitive remark with an answer"

από Em93 13 Σεπτέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.