Top Definition
tending to delay or procrastinate; slow; tardy
The dilatory car was not speeding down the highway; instead, it was driving really slowly.
#backward #behindhand #dallying #delaying #deliberate #laggard #late #lax #lazy #leisurely #lingering #loitering #moratory #neglectful #negligent #putting off #remiss #slack #slow #sluggish #snail-like #tardy #tarrying #time-wasting #unhurried
από xyc 2 Οκτώβριος 2007
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×