Top Definition
noun

1. synonymous with 'dildo', a fake penis.

2. as with 'dildo', may be used in pejorative sense to refer to a person of questionable judgment or character.
It looks like another lonely night: just me, my dildong, and this netflix documentary on the African diamond trade.
από pseudonympho 1 Δεκέμβριος 2009
9 Words related to dildong

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×