Top Definition
The act of being busy doing nothing in particular.
I found Nick dink dorking with the lawn in the backyard.
#dink-dorking #dink-dork #dink #dork #dinkdork
από jLOUD 20 Ιούλιος 2006
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×