Top Definition
Romance, bromance. Diplomacy, dipbromacy. Skill in handling bro affairs without arousing hostility.
Props, not being a dick, etc.

"Kyle never used dipbromacy around other guys."

"It was very dipbromatic of him to pound it."
από dory_bj 5 Μάιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.