Top Definition
adj. When an action or statement elicits consternation in the form of that quintessential Jewish diphthong "oy!"
"Dina's OTD anecdotes are always very diphthong-worthy. As her friends, we feel the most effective way to shore up her tenuous o-girl status is through enrollment at an accredited seminary."
από The Raging Bull 8 Απρίλιος 2005
2 Words related to diphthong-worthy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.