Top Definition
Adj. (primarily Scottish)

1) Of low intelligence or lacking in common sense
"That dippit cow of a barmaid forgot to charge me for my drinks."
"This Xbox 360 is pure dippit."

από Rentacow 31 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.