Top Definition
Serendipity; a pleasant occurrence of chance.
I just lost my glasses this morning, but lo and behold, it was by 'ole dippity doo-dah that I managed to find a pair of glasses that I can see out of even better than the ones I lost!
από pentozali 4 Ιανουάριος 2006
5 Words related to dippity doo-dah

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×