Top Definition
When someone gets disability because he/she is hooked on pills.
Rochelle's gonna go get her disapillity check so she can get her vicodin.
από Kharma 26 Ιανουάριος 2009
5 Words related to disapillity

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×