also: dis-ass-tracted (which is also pronunciation)

To be distracted or otherwise temporarily useless because of a nearby hottie. See also disassatraction.

Literally a compound of distract and ass.
Steve didn't hear you because he was disasstracted by that hot blonde.
από K_Dogg 19 Μάρτιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×