dis-ass-traction

n. - A hottie who causes you or your friend to temporarily lose the ability to notice anything else (to the point of complete distraction).

Literally a compund word from distraction and ass.

See also: disasstracted
There were way too many disasstractions in my physics lab for me to learn anything.
από K_Dogg 19 Μάρτιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×