Top Definition
verb; an action which is worse than a massacre or a disaster.
I not only beat you, I disastacred you.
#disaster #massacre #own #cream #beat #destroy #annihilate
από Jason Wilkins 13 Νοέμβριος 2007
7 Words related to disastacre
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×