1. to ruin, maim, and/or explode
"That girl just disasterized my plans to move in on her boyfriend."
από Kim F 4 Ιούλιος 2005
When a room or an area gets really messed up.
Rachel can't go out tonight because her mom said she has to clean her room. She has disasterized it.
από TantricDish 26 Ιούλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×