Top Definition
(adj.) \di-'zas-tro-'fuhkt\

1 : thoroughly confused, disordered or damaged, while having occurred suddenly, unexpectedly and to the point of irreparability : FUCKED-UP, FUBAR, BORKED
percy spilled redbull on his laptop, rendering it more or less disastrofucked.
από nosuch human 28 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×