Top Definition
A condition in which a person or persons find themselves, usually somewhat suddenly, disrobed.
The characters in this show suffer from quite a bit of dispantsia.

There is definitely not enough dispantsia around here.
από Cpt. Jaq 26 Μάρτιος 2008
5 Words related to dispantsia

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×