Top Definition
to discern; to detect with the eyes or with the other sences.
I could not quite distinguish her face in the poorly-lit room, so I was not sure who she was.
από Morgan Tierney 31 Οκτώβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.