1.To partake in any or everything. 2.A word used to describe any or everything Jade is doing.
1."This diyp came in the mail for you." 2."Let's go to Mc Donalds to get some diyp." 3."She is diyping in that plate of brownies." 4.She was on that dance floor diyping."
από Diyp 23 Οκτώβριος 2007
6 Words related to diyp

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×