Top Definition
1. To dance.

2. An event where people dance.
1. She's got that dizzance down!

2. "Mary-Kate, I heard that you were going to the dizzance with Nelson."
-- Mad TV #917 (Fox Network)
από Marsha, Closed Captioning Editor, NCI, Burbank 1 Μάρτιος 2004
1 Word related to dizzance

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×